Global Sumud Flotilla 2026. A personal diary
- 29 Απριλίου άφιξη Σύρο και στα καράβια. Το ίδιο βράδυ μάθαμε για την επίθεση στην Κρήτη. Τις επόμενες μέρες επισκευάζαμε και καθαρίζαμε τα καράβια, ζωγραφίσαμε τα πανιά.
- 4 Μαΐου φορτώσαμε την ανθρωπιστική βοήθεια. Έγιναν συνελεύσεις για την πορεία μας και την συνάντηση με τα υπόλοιπα καράβια. Αποφασίζετε η συνάντηση να γίνει στην Μαρμαρίδα.
- 6 Μαΐου κάναμε δοκιμαστική πλεύση
- 7 Μαΐου πήραμε βίζα εξόδου από Ελλάδα.
- 8 Μαΐου αναχωρήσαμε για Μαρμαρίδα.
- Μεσάνυχτα 9-10 Μαΐου φτάνουμε Μαρμαρίδα και συναντάμε τα υπόλοιπα σκάφη.
- 12 Μαΐου γίνεται η γενική συνέλευση και αποφασίζεται η συνέχιση της αποστολής.
- 14 Μαΐου ξεκινάμε για Γάζα.
- 15 Μαΐου ενώ πλέουμε νότια παίρνουμε εντολή ορισμένα καράβια να πάμε στο Καστελόριζο για επιδιορθώσεις και τα υπόλοιπα στην Αττάλεια.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου διάβασα αυτό το κομμάτι της ιστορίας του Καστελλόριζου. Μεταξύ 23 και 26 Οκτωβρίου 1943, περίπου 1.000 άμαχοι εκκενώθηκαν σε τουλάχιστον τρεις ομάδες και μεταφέρθηκαν σε προσωρινά καταλύματα σε στρατόπεδα στην Κύπρο. Λίγοι κατάφεραν να παραμείνουν στην Κύπρο, αλλά στις 4 Ιανουαρίου 1944, οι περισσότεροι μεταφέρθηκαν, μέσω της Χάιφα και ενός προσωρινού στρατοπέδου στο Άτλι, στα στρατόπεδα της Διοίκησης Αρωγής και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών (UNRRA) στο Νουσεϊράτ, σε απόσταση μίας ώρας οδικώς από τη Γάζα στην Παλαιστίνη, όπου παρέμειναν μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1945, μαζί με 14.000 άλλους πρόσφυγες από τη Σάμο και τα Δωδεκάνησα. - 16 Μαΐου (απόγευμα) ξεκινάμε από Καστελόριζο για να συναντήσουμε τον υπόλοιπο στόλο.
- 17 Μαΐου (ξημερώματα) συναντάμε τον στόλο. Αναχωρούμε όλοι μαζί γύρω στις 10πμ. Μόλις βρισκόμαστε σε διεθνή ύδατα καταστρέφουμε τα χαρτιά του πλοίου.
18 Μαΐου
Βρισκόμαστε δυτικά της Κύπρου. 10:20 πμ μαθαίνουμε για την πρώτη επίθεση σε σκάφος. Εκπέμπουμε MayDay στο VHF. Καμία ανταπόκριση από τους κύπριους. Επαναλαμβάνουμε άλλες δύο φορές. Μετά από λίγο άρχισαν οι παρεμβολές στις επικοινωνίες. 16:30 έρχονται σε μας. Είμαστε το τελευταίο από τα ελληνικά καράβια. Πετάμε τα τηλέφωνα και ενεργοποιούμε το distress button του garmin.
Στο φουσκωτό είναι 10-12 σιωναζί. Μας διατάζουν να σταματήσουμε την μηχανή. 6 ανεβαίνουν στο πλοίο. Είμαστε με σηκωμένα τα χέρια. Παίρνουν τα διαβατήριά μας και έναν έναν μας οδηγούν στην πλώρη του ιστιοπλοϊκού και μας κάνουν σωματικό έλεγχο. Μετά επιστρέφουμε στις θέσεις μας. Ελέγχουν το εσωτερικού του πλοίου. Βρίσκω το garmin πεσμένο δίπλα στα πόδια μου. Το σηκώνω και ξαναπατάω το distress button. Το κρύβω κάτω από ένα μαξιλάρι. Μας οδηγούν στο φουσκωτό. Δύο από τους σιωναζί κατεβαίνουν με ένα σφυρί στο εσωτερικό του πλοίου. Μετά από λίγο εμφανίζονται. Έχουν μαζί τους και το ρούτερ του Starlink. Επιβιβάζονται στο φουσκωτό και ξεκινάμε.
10-15 λεπτά αργότερα φτάνουμε στο πλοίο φυλακή. Με το που μπαίνω μέσα ένα κτήνος με αρπάζει από το χέρι και μου το στρίβει πίσω από την πλάτη. Ταυτόχρονα πιέζει το κεφάλι μου κάτω και αρχίζουμε να προχωράμε προς το εσωτερικό σχεδόν τρέχοντας. Δεν τα καταφέρνω και πέφτω κάτω. Με τραβάει από το σωσίβιο. Καταφέρνω να σηκωθώ και αρχίζει πάλι το ίδιο. Δεν μπορώ να ακολουθήσω στον ρυθμό του και με σπρώχνει. Πέφτω με τα μούτρα στο σιδερένιο κατάστρωμα. Σηκώνομαι. Ξανά το ίδιο. Μετά από καμιά δεκαριά μέτρα με πετάει δίπλα στου άλλους συντρόφους μου σαν τσουβάλι. Με χτυπάει με το τειζερ στο πόδι. Μου ρίχνει νερό στο πρόσωπο που είχε γεμίσει αίματα. Κάθομαι εκεί περίπου πέντε λεπτά. Έρχεται ένας άλλος και μου ρίχνει πάλι νερό. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Με σηκώνει και μου σκουπίζει τα μούτρα με μία κουφίγια.
Προχωράμε στο διάδρομο και φτάνουμε σε ένα σημείο με κάποιους να κάθονται σε έναν πάγκο. Μου βγάζουν το αδιάβροχο και την μπλούζα. Μένω με το t-shirt. Μου λένε να βγάλω τα παπούτσια. Μου παίρνουν την μπανάνα όπου είχα τα φάρμακα, τα γυαλιά, τον φορτιστή. Με ρωτάνε το όνομα μου, χώρα, την εθνικότητα, αν παίρνω φάρμακα. Μου βάζουν ένα βραχιόλι με το νούμερο 114. Σηκώνομαι φοράω τα παπούτσια πρόχειρα και μου λένε να κατεβάσω το παντελόνι. Πριν προλάβω να το ανεβάσω το κτήνος αρχίζει να με τραβάει. Τρέχουμε πάλι, το παντελόνι πέφτει στους αστραγάλους και με εμποδίζει να περπατήσω. Χάνω τα παπούτσια μου. Φτάνουμε στο κοντέινερ προθάλαμο. Με πετάει κάτω και αρχίζει τις κλωτσιές στα πλευρά. Σταματάει, με χτυπάει με το τειζερ στο πόδι δύο φορές. Δεν ικανοποιείται και με χτυπάει ξανά με το τειζερ στο μπράτσο. Το κρατάει 10 δευτερόλεπτα. Το χέρι μου μουδιάζει. Ξαναρχίζει τις κλωτσιές στα πλευρά και στην μέση. 2-3 λεπτά μετά με πετάει στο προαύλιο.
Τα παιδιά μαζεύονται γύρω μου. Με σηκώνουν και με τραβάνε μέσα στο πρώτο κοντέινερ για να με προστατέψουν. Με πηγαίνουν μέσα στο βάθος. Η Φαίδρα κάθεται δίπλα μου και προσπαθεί να με ανακουφίσει. Δεν πονάω πολύ ακόμη γιατί είμαι ζεστός. Κάθομαι ξαπλωμένος, αλλά είναι άβολα. Το πάτωμα είναι σκληρό και υγρό. Για μαξιλάρι ένα μπουκαλάκι νερό. Δεν υπάρχουν κουβέρτες ούτε σαπούνι. Ο Παντελής μου δίνει τα παπούτσια του. Είμαστε στρυμωγμένοι και κάθε προσπάθεια για αλλαγή στάσης είναι δύσκολη. Δεν έχω αίσθηση του χρόνου. Αλλάζω θέση και πηγαίνω στην γωνία. Νυχτώνει.
Κατά τις 10, 11 (υποθέτω) ακούγονται σειρήνες και θόρυβοι από το εσωτερικό του πλοίου. Καταλαβαίνουμε ότι φέρνουν κι άλλους. Ενώ είμαι ξαπλωμένος ακούω τα ουρλιαχτά των συντρόφων μας που τους βαράνε. Εφιαλτικό. Αυτό συνεχίζεται για καμιά ώρα. Μετά σιωπή. Τα παιδιά προσπαθούν να τακτοποιήσουν τους νεοαφιχθέντες. Δεν υπάρχει χώρος. Κορμιά κουρασμένα, βασανισμένα, τραυματισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Θυμίζει τα δουλεμπορικά. Καθώς περνάει η ώρα αρχίζω να πονάω περισσότερο. Σηκώνομαι και ακουμπάω στην πλάτη. Αρχίζω να έχω παραισθήσεις. Σηκώνομαι όρθιος με δυσκολία αφού δεν υπάρχει τίποτα να πιαστώ. Κάθομαι αρκετή ώρα έτσι.
Κάποια στιγμή που αρχίζει να χαράζει προσπαθώ να βγω έξω. Είναι πολύ δύσκολο. Είναι τόσοι πολλοί μέσα στο κοντέινερ που δεν υπάρχει χώρος να πατήσω. 60 άτομα. Με βοηθάνε να βγω. Πηγαίνω τουαλέτα. 2 τουαλέτες για 180 ανθρώπους. Επιστρέφω, κοιτάζω μέσα στο κοντέινερ και καταλαβαίνω ότι είναι αδύνατον να ξαναμπώ. Ευτυχώς βρίσκω τα παπούτσια μου πεταμένα στο προαύλιο. Κάθομαι στο σκαλοπάτι της πόρτας. Ο πόνος στην μέση είναι πολύ έντονος. Βρίσκω όλους τους συντρόφους. Προσπαθούμε να καταλάβουμε που πηγαίνουμε από τις σκιές. Μια νότια, μια ανατολικά. Από μία χαραμάδα βλέπω ότι το καράβι κινείται γρήγορα. Δεν τρώω για να μην χρειάζεται να πηγαίνω τουαλέτα.
Κάνουμε μία πρόχειρη συνέλευση ενώ οι σιωναζί μας σημαδεύουν με όπλα και κανόνια νερού. Βλέπουμε τα λέιζερ πάνω μας. Υπάρχει και μία σιωναζί με φωτογραφική μηχανή. Δύο τρία άτομα ζητάνε από τους φρουρούς νερό, ψωμί και σερβιέτες. Αυτό κρατάει μισή ώρα. Δεν υπάρχει καμία ανταπόκριση από τους φύλακες. Περιμένουμε. Κάποια στιγμή ακούμε βήματα στο κοντέινερ εξόδου. Ανοίγει η πόρτα και πετάνε 3-4 κρότου λάμψης. Εμφανίζονται οι σιωναζί (γύρω στους 8 με ασπίδες και όπλα). Μαζευόμαστε μπροστά από τις τουαλέτες. Ξαναρίχνουν κρότου λάμψης αφήνουν μπουκαλάκια νερό ψωμί και μία συσκευασία σερβιέτες. Φεύγουν. Το ψωμί είναι κατεψυγμένο και το βάζουν στο ήλιο να ξεπαγώσει. Η Άννα βρίσκει την Τερέζα, μία ορθοπεδικό. Έρχεται να με εξετάσει. Με ψηλαφίζει. Καταλαβαίνει ότι έχω σπάσει πλευρά και σπόνδυλο. Μου λέει να κοιτάξω αν κατουράω αίμα.
Ο Δημήτρης είναι κι αυτός χτυπημένος σαν κι εμένα. Τα παιδιά από το Λα Σιρένα είναι ξυπόλητα γιατί δεν τους έδωσαν τα παπούτσια τους. Πολλοί αρχίζουν να ξαπλώνουν στο κατάστρωμα. Τα κτήνη το πλημμυρίζουν με θαλασσινό νερό. Στριμωχνόμαστε στα κοντέινερ. Κάποια στιγμή σταματάει. Τα πόδια μου είναι μούσκεμα. Το καράβι αλλάζει συνέχεια κατεύθυνση. Όλοι ελπίζουμε ότι θα πάει προς την Κύπρο ή την Κρήτη. Ο πόνος στην μέση είναι ανυπόφορος όταν περπατάω. Πρέπει να με στηρίζουν για να μετακινούμε.
Προς το απόγευμα ανοίγει ξαφνικά η πόρτα του κοντέινερ βασανιστηρίων και πετάνε κρότου λάμψης. Δεν μου κάνει αίσθηση πια. Αρχίζει και μοιάζει αστείο. Είναι σαν τους Ρωμαίους του Αστεριξ. Θλιβερά κατακάθια που φοβούνται να δείξουν το πρόσωπό τους για να μην αναγνωριστούν. Σιγά σιγά μαζευόμαστε μπροστά από τις τουαλέτες. Ζητάνε κάτι στα εβραϊκά. Ένας Καναδός σύντροφος κάνει τον διερμηνέα. Θέλουν άτομα για να καθαρίσουν τον χώρο. 3 παιδιά προσφέρονται. Με γυρισμένοι την πλάτη σ’ αυτούς πηγαίνουν σιγά σιγά και παίρνουν σακούλες σκουπιδιών και μαζεύουν ότι υπάρχει μέσα στα κοντέινερ. Δηλαδή μόνο πλαστικά μπουκάλια νερού. Μας αφήνουν νερά και ψωμί, πετάνε κρότου λάμψης και φεύγουν. Τακτοποιούμε τα νερά και 1 μπουκαλάκι για κάθε άτομο. Δεν φτάνουν για όλους.
Αρχίζει να βραδιάζει. Πάω να ξαπλώσω, είναι αδύνατο. Σηκώνομαι και κάθομαι σε μία στοίβα με νερά. Ακούμε ξανά σειρήνες και θόρυβο. Καινούργιες αφίξεις. Μετά από λίγο ουρλιαχτά από τους ξυλοδαρμούς. Στο κοντέινερ το δικό μας δεν υπάρχει χώρος. Τους πηγαίνουν σε άλλο κοντέινερ. Κάθομαι στο σκαλοπάτι της πόρτας, μισός έξω μισός μέσα. Κρύο και υγρασία.
Αρχίζουν όλοι να ηρεμούν και να προσπαθούν να κοιμηθούν. Βλέπεις κορμιά πεταμένα, και βασανισμένα. Θυμίζει σφαγείο. Όσοι σηκώνονται για τουαλέτα είναι αδύνατο να ξαναβρούν την θέση τους. Σπρώχνουν, τακτοποιούνται όπως μπορούν.
Η ώρα περνάει, πάει να με πάρει ο ύπνος καθισμένο αλλά ο πόνος δεν με αφήνει. Κατά τις δύο εμφανίζεται ένας σιωναζί που είχε βάρδια. Αρχίζει και παίζει μαζί μου με το φακό του και με το λέιζερ. Αυτό κρατάει 2 ώρες. Όταν τελειώνει η βάρδια του χτυπάει με ένα σίδερο όλα τα κοντέινερ για τους ξυπνήσει όλους.
Ξημερώνει. Βλέπουμε ότι πηγαίνουμε νοτιοανατολικά. Άρα προς τα κατεχόμενα του 48. Κάποιοι λένε ότι είδαν περιστέρια άρα είμαστε κοντά σε στεριά. Η Τερέζα με εξετάζει ξανά. Το αιμάτωμα έχει μεγαλώσει. Πηγαίνω τουαλέτα με βοήθεια. Έχουν σχεδόν ξεχειλίσει. Χαρτί τουαλέτας δεν υπάρχει. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ψωμί.
Κατά τις 9 (υποθέτω) καταλαβαίνω ότι φτάσαμε. Ακούγονται ήχοι από την στεριά. Σε όσους είμαστε χτυπημένοι οι γιατροί μας βάζουν μία γαλάζια πλαστική κορδέλα από σακούλα για να ξεχωρίζουμε και να μην μας χτυπήσουν κι άλλο. Μου βάζουν κι ένα κορδόνι να κρατάει το χέρι μου.
Οι σιωναζί φωνάζουν να μαζευτούμε όλοι πίσω από την μαύρη γραμμή. Από ψηλά σιωναζί μας σημαδεύουν και μας φωτογραφίζουν. Ένα drone πετάει από πάνω μας. Ανοίγει η πόρτα του κοντέινερ βασανιστηρίων. Πετάνε κρότου λάμψεις και βγαίνουν στο προαύλιο. Σε συνεννόηση με τον Καναδό που μιλούσε εβραϊκά αρχίζουν φωνάζουν τα νούμερά μας ανά δεκάδες. Είμαι το 114 από 184. Η Άννα είναι το 113. Έρχεται η σειρά μας, σκίζουν το γαλάζιο πλαστικό και πετάνε το κορδόνι. Δένουν τα χέρια μας με tire up και μας βάζουν να κάτσουμε στα γόνατα σκυφτοί. Το ξημέρωμα είχε συννεφιά αλλά τώρα ο ήλιος είναι δυνατός. Ένας σιωναζί φωνάζει πώς θα πυροβολήσει όποιον σηκώσει το κεφάλι.
Αρχίζουν και παίζουν ένα τραγούδι ξανά και ξανά. (Αργότερα έμαθα ότι είναι ο εθνικός τους ύμνος). Μετράω 15 φορές μετά βαριέμαι. Κουράζομαι και ακουμπάω τα χέρια για να στηριχθώ, μετά τους αγκώνες και τέλος το κεφάλι. Η μύτη μου ματώνει. Η Άννα με φυσάει για να με δροσίσει και βάζει το κεφάλι της για σκιά. Στο τέλος μου λέει να ξαπλώσω. Ξαπλώνω ενώ το τραγούδι συνεχίζεται. Έμαθα ότι το έβαλαν 70 φορές. Κάποια στιγμή σταματάει.
Αρχίζουν πάλι να μας σηκώνουν ανά δεκάδες για να αποβιβαστούμε. Προχωράμε σχετικά γρήγορα αλλά μετά από λίγο σταματάμε. Χάνω την Άννα. Ξανά στα γόνατα, χέρια, αγκώνες, κεφάλι. Η μύτη μου ματώνει ξανά. Ένας σιωναζί πατάει το κεφάλι μου με την μπότα του. Μετά από 20 λεπτά σηκωνόμαστε. Μας τραβάνε από τα tire up σαν να είμαστε ζώα και κάνουν διάφορους ήχους ζώων και γελάνε. Στην ράμπα μεταξύ πλοίου και στεριάς βρίσκω την Άννα. Αγκαλιαζόμαστε. Θα ξανασυναντηθούμε στην Κωνσταντινούπολη.
Βγαίνοντας από το πλοίο μας κόβουν τα tire up και μας περνάνε καινούργια αλλά πισθάγκωνα. Πετάνε το βραχιόλι με το νούμερο και μου περνάνε καινούργιο. Δεν θυμάμαι το νούμερο (290 κάτι νομίζω) Φωνάζουν τα ονόματά μας και μας δίνουν τα διαβατήρια και τα αντικείμενα μας. Με οδηγούν σε μία τέντα βίαια με σκυμμένο το κεφάλι και με πετάνε δίπλα σε άλλους συντρόφους. Ευτυχώς το κεφάλι μου πέφτει σε μία σακούλα σκουπιδιών. Μου φεύγει το διαβατήριο και το τσαντάκι μου. Ζητάω από έναν σύντροφο να μου δώσει το διαβατήριο. Μου το δίνει και προσπαθεί να μου χαλαρώσει το tire up. Το τσαντάκι με τα φάρμακα, γυαλιά, φορτιστή ανοίγει, σκορπίζουν όλα. Τα παρατάω. Κρατάω μόνο το διαβατήριο.
Μας σηκώνουν και μας πάνε (πάντα με σκυμμένο το κεφάλι) σε έναν τεράστιο χώρο όπου υπάρχουν εκατοντάδες σιωναζί, (πολίτες, αστυνομικοί, στρατιωτικοί). Μας βάζουν να καθίσουμε σε καρέκλες. Αρχίζουν να μας φωνάζουν ανάλογα με την γλώσσα που μιλάμε. Όταν φωνάζουν για αγγλικά σηκώνομαι. Με αναλαμβάνει ένας νεαρός σιωναζί αστυνομικός. Πηγαίνουμε σε ένα γραφείο. Δίπλα μου ακούω την λέξη “Palestine” από κάποιον που του ρωτούν την εθνικότητα. Αρχίζουν και τον βαράνε. Αυτός ουρλιάζει. Με βάζουν και κάθομαι σε ένα γραφείο και μου λένε να κοιτάξω μία κάμερα. Μετά ρωτάν όνομα, χώρα, εθνικότητα. Ο σιωναζί με ρωτάει γιατί μπήκα στο Ισραήλ. Του λέω ότι δεν μπήκα αλλά με φέρανε. Αν έχω ξαναπάει, του λέω ναι. Γιατί πήγαινα στην Γάζα. Μεταφέραμε ανθρωπιστική βοήθεια. Αν έχω οικογένεια. Λέω ναι. Θα πήγαινες την οικογένεια σου στην Γάζα. Απαντάω ναι αν δεν την βομβαρδίζατε. Τέλος συζήτησης.
Μία νεαρή σιωναζί αστυνομικίνα με οδηγεί σε άλλο γραφείο. Κάθομαι. Είναι μία ανακρίτρια που δεν μιλάει αγγλικά και ένας διερμηνέας. Οι ίδιες ερωτήσεις. Όνομα, χώρα, εθνικότητα. Μου δείχνουν ένα χαρτί με τα δικαιώματα μου. Η σιωναζί συνοδός μου παίζει με ένα ισραηλινό σημαιάκι μπροστά μου. Μου λέει πόσο όμορφο είναι, η πιο όμορφη σημαία στον κόσμο.
Εμφανίζεται η δικηγόρος του Adalah. Lubna Tuma. Τους δείχνει την ταυτότητά της. Ετοιμάζει δύο εξουσιοδοτήσεις από εμένα προς αυτή. Πρέπει να τις υπογράψω αλλά δεν μπορώ με τα χέρια δεμένα πίσω. Τους ζητάει να με λύσουν. Αρνούνται. Με το ζόρι υπογράφω με μία μουτζούρα. Με ενημερώνει ότι θα μου δώσουν τρία έγγραφα να υπογράψω και μου λέει να μην υπογράψω κανένα. Θα μου κάνουν τρεις ερωτήσεις. Να απαντήσω με no comment στις δύο πρώτες και στην τρίτη αν θέλω να γυρίσω στην χώρα μου να απαντήσω ναι. Έτσι και γίνεται. Η δικηγόρος με ρωτάει αν με χτυπήσανε, της λέω ναι, πάω να τις δείξω τα χτυπήματα αλλά μου το απαγορεύουν. Την ρωτάω ποια θα είναι η διαδικασία. Μου απαντάει ότι θα μας πάνε στην φυλακή, να μην ανησυχήσω γιατί η απόσταση είναι μεγάλη και ότι την άλλη μέρα θα μας δει δικαστής και μετά θα μας απελάσουν. Θα έρθει να με δει εκεί. Ρωτάω τον διερμηνέα αν θα δούμε την Ελληνίδα πρέσβειρα και μου απαντάει μάλλον αύριο. Τελειώνουμε από εκεί, η δικηγόρος φεύγει.
Μεταφορά σε άλλο γραφείο. Ξανά όνομα, χώρα, εθνικότητα, αν έχω ξαναπάει στο Ισραήλ, πότε, γιατί. Αν παίρνω φάρμακα. Η σιωναζί παίζει πάλι με το σημαιάκι. Με σηκώνει να φύγουμε και ο σιωναζί παίρνει το σημαιάκι και το βάζει μπροστά στο στόμα μου να το φιλήσω. Σε άλλο γραφείο μου βγάζουν τα παπούτσια, παίρνουν τα κορδόνια, μου κάνουν σωματικό έλεγχο, μου δίνουν μία ζακέτα και βάζουν το διαβατήριο, φωτοτυπίες και άλλα έγγραφα σε ένα φάκελο και προχωράμε προς την έξοδο. Μας βάζουν να κάτσουμε στα γόνατα. Και βάζουν τον φάκελο στην πλάτη μου. Πονάω και δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τα χέρια μου. Οι σύντροφοι μου λένε να κάτσω στο κώλο μου. Τα καταφέρνω με μεγάλη δυσκολία λόγω των πόνων.
10 λεπτά μετά μας φωνάζουν να σηκωθούμε. Τα παιδιά με βοηθάνε να σηκωθώ. Μας βγάζουν τα tie raps και μας βάζουν αλυσίδες στα πόδια και χειροπέδες. Ευτυχώς τις περνάνε μπροστά. Οι χειροπέδες είναι πολύ σφιχτές. Μας τραβάνε με τρόπο ώστε να πονάμε περισσότερο.
Βγαίνουμε έξω και βλέπω ένα λεωφορείο. Ανεβαίνω και με βάζουν σε ένα κελί, απέναντι από την πόρτα, μισό τετραγωνικό. Νόμιζα ότι όλοι έμπαιναν σε τέτοια κελιά, αλλά μετά έμαθα ότι αυτή ήταν η απομόνωση. Οι υπόλοιποι είναι σε “κανονικούς χώρους”. Μετά από λίγο φέρνουν και έναν Ισπανό σύντροφο αλλά μιλάει μόνο ισπανικά. Μας κλειδώνουν. Από το παράθυρο βλέπω να περνάνε διάφοροι σύντροφοι. Βλέπω τον Ναβιντ, την Φαίδρα, την Άννα. Στην Άννα έχουν βάλει τις χειροπέδες πισθάγκωνα. Στεναχωριέμαι. Περνάνε παιδιά που ουρλιάζουν από τον πόνο των χειροπέδων.
Η ζέστη στο κελί είναι ανυπόφορη. Τα χέρια μου πονάνε. Καθόμαστε έτσι γύρω στα 30 λεπτά . Ιδρώνω πάρα πολύ και διψάω. Δεν έχουμε πιει νερό από το πρωί. Κάποια στιγμή βάζουν air-condition. Ανακούφιση. Βαθιές ανάσες για να ηρεμήσω. Ο πόνος στα χέρια είναι μικρότερος. Ξεκινάμε. Μετά από κάνα 20λεπτο το λεωφορείο φρενάρει απότομα. Ο σύντροφός πέφτει πάνω στα πλευρά μου, πονάω και οι χειροπέδες σφίγγουν κι άλλο. Σε όλο το ταξίδι προσέχω μην φρενάρει ξανά απότομα. Σκέφτομαι του Παλαιστίνιους που περνάνε μέρες, εβδομάδες, μήνες με χειροπέδες και αλυσίδες στα πόδια. Πολλοί ακρωτηριάζονται.
Έξω από το κελί δύο οπλισμένοι σιωναζί παίζουν με τα κινητά τους. Από ένα παράθυρο βλέπω έξω. Στην αρχή αστικό τοπίο. Μετά χωράφια. Στο τέλος έρημος. Ο ήλιος αρχίζει και κατεβαίνει. Σκέφτομαι ότι τουλάχιστον δεν θα έχει ζέστη στην φυλακή.
Στρατόπεδο Βασανιστηρίων Ketziot.
Είναι η μεγαλύτερη φυλακή του σιωνιστικού μορφώματος. Bρίσκεται στα κλεμμένα εδάφη του 1948 στην έρημο Negev
Φτάνουμε όταν ο ήλιος έχει δύσει. Κατεβαίνουμε, μας βγάζουν τις αλυσίδες από τα πόδια και μας αλλάζουν χειροπέδες. Πιο χαλαρές αυτή τη φορά. Τα χέρια μου έχουν πρηστεί και είναι μουδιασμένα. Ακόμη είναι.
Με παίρνει ένας σιωναζί, μου πιέζει το κεφάλι κάτω και προχωράμε. Αρχίζει να με χτυπάει στα πλευρά. Πονάω, το καταλαβαίνει και με χτυπάει περισσότερο.
Με βάζει σε ένα μικρό κελί χωρίς παράθυρα. Είμαστε 10-12 μέσα. Ευτυχώς υπάρχει μία μικρή βρύση και πίνω νερό. 10 λεπτά αργότερα με βγάζουν και με πάνε να φορέσω τα ρούχα της φυλακής. Μας γδύνουν και μετά μου αφήνουν μόνο το εσώρουχο. Εκεί μου παίρνουν τα παπούτσια, κάλτσες, παντελόνι, t-shirt και τα πετάνε σε μία σκισμένη μαύρη σακούλα. Εκεί χάνω την μπλούζα της αντιφασιστικής και το παντελόνι με τα αίματα.
Μας μαζεύουν έξω και μας βάζουν δέκα – δέκα να τρέχουμε ο ένας πίσω από τον άλλο σκυμμένοι γύρω από τα κτίρια της φυλακής για να διασκεδάσουν. Αυτό κρατάει 10 λεπτά. Καταλήγουμε σε μία μεγάλη αίθουσα, φωτεινή και καθαρή. Πάλι στα γόνατα, σκυμμένοι. Κουράζομαι, ακουμπάω χέρια, αγκώνες, κεφάλι και η μύτη ξαναματώνει. Προσέχω ότι το πάτωμα ενώ φαίνεται λείο είναι φτιαγμένο από πολύ μικρές ακίδες. Αυτό κάνει την επαφή πιο επώδυνη. Συνεχίζουμε το τουρ. Πάμε σε έναν “υγειονομικό”. Με γδύνουν, με ζυγίζουν και με βάζουν να κάνω 3 βαθιά καθίσματα. Με ρωτάει για τα φάρμακα ξανά. Φωτογραφίζει τα χτυπήματα.
4 από εμάς (ένας Μαροκινός, ένας Μαλαισιανός και ένας Μαυριτανός με σπασμένο χέρι) οδηγούμαστε στον “δικαστή”. Χαίρομαι γιατί αυτό είναι σημάδι ότι την επόμενη μέρα θα φύγουμε. Ένα καθαρό κοντέινερ με καρέκλες και αιρκοντίσιον. Μας ρωτάει αν καταλαβαίνουμε αγγλικά, αν έχουμε δικηγόρο και αν θέλουμε να επιστρέψουμε στην χώρα μας. Ρωτάει αν θέλουμε κάτι. Του λέω ότι χρειάζομαι γιατρό και παυσίπονα. Σημειώνει κάτι και δίνει οδηγίες για να μας δει γιατρός και να πάρουμε παυσίπονα. Λόγια χωρίς ουσία.
Βγαίνουμε στον διάδρομο. Ο διάδρομος είναι από λείο τσιμέντο και στη μέση έχει μία μεταλλική σχάρα για τα νερά. Μας βάζουν να κάτσουμε με τα γόνατα στην σχάρα. Πονάω πολύ. Το γόνατό μου ματώνει. Μας σηκώνουν και μας οδηγούν σε ένα μεγάλο συρμάτινο κλουβί. Ο σιωναζί μου πατάει τις παντόφλες καθώς περπατάω για να πέσω.
Στο κλουβί είμαστε γύρω στα 60 άτομα. Με βοηθάνε να ακουμπήσω την πλάτη μου στα κάγκελα. Εμφανίζεται ένας σιωναζί και λέει ότι πρέπει να υπογράψουμε ένα έγγραφο αλλιώς δεν θα φύγουμε. Του λέω ότι δεν υπογράφω. Δεν καταλαβαίνει και με φωνάζει κοντά του. Μου δείχνει μία λευκή σελίδα όπου πρέπει να βάλουμε την υπογραφή μας. Του λέω δεν υπογράφω. Πάω στην θέση μου. Σχεδόν κανένας δεν υπέγραψε.
Μετά από λίγο φωνάζει εμένα και τους άλλους 3 που είμασταν στον “δικαστή” και μας οδηγούν σε ένα μακρινό κελί. Το κελί δεν έχει τοίχους αλλά κάγκελα και είναι σκεπασμένο με τέντα. Παντού έχει άμμο. Υπάρχουν 6 διπλές μεταλλικές κουκέτες. Μας βγάζουν τις χειροπέδες. Μου φαίνεται περίεργο γιατί δεν υπάρχει κανένας άλλος και δεν υπάρχει τουαλέτα και βρύση. Ξαπλώνω στο σιδερένιο κρεβάτι αλλά πονάω πολύ. Πάει να με πάρει ο ύπνος αλλά ξυπνάω από τους πόνους και από άπνοια. Στο βάθος ακούγονται σκυλιά. Απέναντι και αριστερά από το κελί υπάρχει μια μεγάλη οθόνη που δείχνει συνέχεια ένα προπαγανδιστικό βίντεο με τα υποτιθέμενα εγκλήματα της Χαμας την 7η Οκτωβρίου.
Περνάει 1 ώρα χωρίς να εμφανίζεται κανένας. Κάποια στιγμή ακούμε φωνές. Φέρνουν κι άλλους στο διπλανό κελί. Φωνάζουμε τον φρουρό ότι χρειαζόμαστε νερό. Μισό-γεμίζει ένα κουβά και μας δίνει από ένα σάντουιτς. Επιτρέπει σε έναν να φέρει στρώματα και από μία κουβέρτα. Δεν μπορώ να ξαπλώσω χωρίς να πονάω. Αρχίζουν να έρχονται κι άλλοι σύντροφοι. Βλέπω τον Σεμπάστιαν που ταξίδευε μαζί μας από τη Σύρο. Μου λέει ότι μόλις πήραν εμάς εμφανίστηκε ο Μπεν Γκβιρ για να κάνει show αλλά οι κρατούμενοι αντέδρασαν, φώναζαν free palestine και έφυγε γρήγορα.
Έρχονται κι άλλη από την ελληνική αποστολή, ο Παντελής και ο Βαγγέλης. Με βάζουν να κάτσω στην κουκέτα δίπλα στην πόρτα ώστε αν ανοίξουν για τουαλέτα να μπορώ να πάω πιο εύκολα. Καταλήγουμε 30 άτομα στο κελί. Δεν μπορούμε να κινηθούμε. Ξαπλώνω και ψευτο-κοιμάμαι με εφιάλτες και πόνους.
Γύρω στις 5 το πρωί σηκώνομαι, αρχίζει να χαράζει. Ακούγονται πουλιά που κελαηδούν. Ένας νεαρός Αλγερινός γιατρός ζητάει να πάει τουαλέτα. Μου λέει ότι το ζητάει τουλάχιστον μία ώρα. Δεν ανταποκρίνονται. Αρχίζω να ζητάω κι εγώ. Στις 6 γίνεται αλλαγή βάρδιας των σιωναζί. Πάλι ζητάμε τουαλέτα αλλά τίποτα. Σιγά σιγά ξυπνάνε όλοι. Επιμένουμε για τουαλέτα. Τελικά μας επιτρέπουν έναν έναν. Γεμίζουμε και τον κουβά με νερό.
Κατά τις 7-7:30 αρχίζουν να μας βάζουν σταδιακά χειροπέδες. Μία ώρα μετά μας βγάζουν 10-10 και μας βάζουν να κάτσουμε στα γόνατα έξω από το κελί. Μετά μας σηκώνουν φωνάζουν τα ονόματα μας και μας οδηγούν έξω σε ένα λεωφορείο για μεταφορά φυλακισμένων. Στο “βαγόνι” μου τα παράθυρα είναι καλυμμένα. Είμαστε 20 άτομα. Βρίσκω δύο Έλληνες. Τον Γιάννη από το Kyriakos Χ και τον Γιάννη τον καπετάνιο του Last Dream.
Περιμένουμε εκεί γύρω στη μία ώρα και τελικά ξεκινάμε. Καταλαβαίνω ότι ακολουθούμε διαφορετικό δρόμο από αυτόν που ήρθαμε γιατί είναι όλο στροφές. Η διαδρομή κρατάει περίπου 3 ώρες. Ζητάμε νερό αλλά δεν μας δίνουν. Από μία χαραμάδα φαίνεται παντού έρημος. Υποθέτω ότι πάμε ή Ιορδανία ή σε ένα αεροδρόμιο στο νότο.
Τελικά φτάνουμε στο αεροδρόμιο Ραμόν. Μας βγάζουν τις χειροπέδες και μας δίνουν νερό.
Μας οδηγούν μέσα από τους διαδρόμους του αεροδρομίου. Σε έναν πάγκο βλέπουμε την Ελληνίδα πρέσβειρα. Φτάνουμε στον αεροδιάδρομο και βλέπουμε τα αεροπλάνα της Turkish Airlines. Υπάρχουν και πολλά αμερικάνικα c130. Ανεβαίνουμε την σκάλα. Κάποιοι τούρκοι σύντροφοι πετάνε την φόρμα της φυλακής, οι σιωναζί εκνευρίζονται και προσπαθούν να τους πιάσουν και να μπουν στο αεροπλάνο. Τους σταματάει ο πιλότος και το πλήρωμα.
Απογειωνόμαστε.
Είμαστε ελεύθεροι, αλλά αφήνουμε πίσω μας πάνω από 11.000 Παλαιστίνιους ομήρους (μεταξύ των οποίων περισσότερα από 300 παιδιά). Μια πολύ πικρή ελευθερία.




















